Ξαναβρέθηκε στο επίκεντρο – γιατί κυρίως αυτό συμβαίνει στις προεκλογικές περιόδους – η «πολύπαθη» μεσαία τάξη.

Αυτή η πολύφερνη νύφη, που εν πολλοίς ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις, με μέτρο τη φορολογία – και ακριβέστερα την… υπερφορολόγησή της.

Δεν υπάρχει πολιτικός σχηματισμός στη χώρα που να μην παλεύει για την εκλογική κατάκτηση της μεσαίας τάξης, δηλαδή τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τα στελέχη του δημόσιου τομέα, των τραπεζών, αλλά και τους εύπορους αγρότες. Και αυτό γιατί τα µεσαία εισοδήµατα είναι εκείνα κυρίως που κρατούν και τα «κλειδιά» του κεντρώου πολιτικού χώρου.

Όπως στις τελευταίες εκλογές του 2019 η μεσαία τάξη είχε την τιμητική της, με ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ να «σφάζονται» στην ποδιά της, έτσι και σήμερα, χωρίς να διακρίνονται – προς το παρόν – εκλογές, τα δύο μεγάλα κόμματα διασταυρώνουν τα ξίφη τους για το ποιος την κατέστρεψε οικονομικά και ποιος θα της επιστρέψει όσα έχασε την περίοδο των μνημονίων και όχι μόνον.

Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, είχε δεσμευτεί προεκλογικά ότι θα της επιστρέψει «αυτά που της πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ» και ανακοίνωσε μία δέσμη φορολογικών ελαφρύνσεων, που αφορούν το φόρο εισοδήματος στις επιχειρήσεις, την προκαταβολή που θα πληρώνουν οι επιχειρήσεις, την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για το 2022 και τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών για τον επόμενο χρόνο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως ήταν αναμενόμενο, σήκωσε το γάντι και συνέστησε στον πρωθυπουργό να «κοιτάξει πώς θα επιστρέψει στη μεσαία τάξη αυτά που ο ίδιος της αφαιρεί εδώ και ενάμισι χρόνο, και να αφήσει τα κλισέ», υπενθυμίζοντάς του ότι μεσαία τάξη είναι οι εργαζόμενοι, «των οποίων ετοιμάζεται να καταργήσει το 8ωρο και να θεσπίσει απλήρωτη εργασία και μειώσεις μισθών, οι καταστηματάρχες στους οποίους αρνείται τη ρευστότητα για την επανεκκίνηση της δραστηριότητάς τους, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, τις οποίες αφήνει να πνιγούν στο ιδιωτικό χρέος, αρνούμενος την ρύθμισή του» και ούτω καθεξής.

Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση της ΝΔ που, στην παρούσα φάση, δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα περισσότερο από ορισμένες φορολογικές ελαφρύνσεις, υπόσχεται ότι με το πρόγραμμα «Ελλάδα 2.0» θα μπορέσει να δώσει οικονομική ανάσα στους πολίτες, που μετά από μία δεκαετία μνημονίων, ήρθε να τους αποτελειώσει η πανδημία του νέου κοροναϊού.

Και από την άλλη, η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία έχει κατηγορηθεί για την οικονομική καταστροφή της μεσαίας τάξης, αντιτείνει πως αν δεν ήταν τα μνημόνια, στα οποία μας έβαλαν το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, θα μπορούσε να υλοποιήσει το κοινωνικό και οικονομικό του πρόγραμμα χωρίς δεσμεύσεις, τις οποίες κληρονόμησε.

Υπάρχει βέβαια και το Ταμείο Ανάκαμψης των Βρυξελλών, από το οποίο πολλοί οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι θα βγει κερδισμένη πρωτίστως η Ελλάδα.

Ωστόσο, τα κόμματα της αντιπολίτευσης, το μόνο που βλέπουν, προς το παρόν και, μάλιστα, ως «δώρο» και συμμόρφωση της κυβέρνησης στις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι το νομοσχέδιο Χατζηδάκη για τα εργασιακά, το οποίο και έχουν αναδείξει ως τη «μητέρα των μαχών» στην πολιτική τους ατζέντα.

Από τους Νοικοκυραίους στους Μικρομεσαίους

Σε κάθε περίπτωση, γίνεται εύκολα κατανοητό γιατί η μεσαία τάξη αποτελεί πεδίο πότε μάχης και πότε δόξης λαμπρό για τα κόμματα και τις κυβερνήσεις.

Όπως αναφέρει η Βάλια Αρανίτου, επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και Διευθύντρια του Ινστιτούτου Εμπορίου και Υπηρεσιών (ΙΝ.ΕΜ.Υ) της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας(ΕΣΕΕ), στη μελέτη της «Κρίση και μεσαία τάξη: Οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις», για το «Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών Ένα», η μεσαία τάση αποτελεί με μεγάλη διαφορά το πολυπληθέστερο κοινωνικό στρώμα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. «Αυτό δικαιολογεί», όπως εξηγεί, «και το γιατί αυτό αποτελεί τη βασική νομιμοποιητική βάση του δημόσιου διαλόγου, καθώς και την προσφιλέστερη κοινωνική αναφορά σχεδόν όλων των πολιτικών δυνάμεων».

Συγκεκριμένα, διευκρινίζει η κυρία Αρανίτου, «στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο (1950-1980), αλλά και στη μακρά περίοδο της Μεταπολίτευσης (1981-2009) ‒ με σημαντικές βεβαίως διαφοροποιήσεις ‒ η μεσαία τάξη, άλλοτε ως «νοικοκυραίοι», όπως χαρακτηρίστηκαν από τη δεξιά παράταξη, και άλλοτε ως «μικρομεσαίοι», όπως
αποκαλούνταν κατά την πρώτη κυρίως περίοδο του ΠΑΣΟΚ, αποτέλεσαν τη βάση της πολιτικής και οικονομικής διευθέτησης, η οποία, σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη
πολιτικά και κοινωνικά περίοδο, διασφάλισε το νομιμοποιητικό έρεισμα της εξουσίας των πολιτικών και οικονομικών ελίτ της χώρας».