Η Μεγάλη Παρασκευή της Ορθοδοξίας έχει κάτι. Είναι τα vibes, που λένε και στο χωριό, είναι αυτή η πικρή, κρυφή λύπη που διαχέεται στον αέρα.

Ακόμη και για όσους δεν πιστεύουν, ακόμη και για εκείνους που δεν έχουν σχέση με τον Χριστό, με τα Πάθη του, αυτή η μέρα έχει κάτι μελαγχολικό.

Ισως γιατί μέσα από τη θυσία του Χριστού, πραγματική, θρησκευτική ή σαν ένα όμορφο παραμυθάκι, ο καθένας βλέπει τον εαυτό του.

Τον προσωπικό του Γολγοθά, τα προβλήματά του, την ανάγκη για εξαγνισμό, την ελπίδα της Ανάστασης.

Φέτος το Πάσχα έπεσε Μάιο και ο καιρός είναι καλοκαιρινός. Θυμάμαι, όμως, ότι τις περισσότερες φορές η Μεγάλη Παρασκευή είχε και την μελαγχολία του μουντού καιρού.

Λες και το σύμπαν συνωμοτούσε κι έντυνε τη Γη με τα χρώματα του πένθους, με τον ήχο της κραυγής για την «Μεγάλη Απώλεια».

Κι όμως, ανεξάρτητα από τα πιστεύω του καθενός, χριστιανός, μουσουλμάνος ή ινδουϊστής, αυτές οι ημέρες είναι διαφορετικές.

Αλλωστε, ποιος δεν αναγνωρίζει ότι το πιο συγκλονιστικό μοιρολόι είναι αυτό που λέει:

«Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;»

Και για τους πιο… λαϊκούς, ένα επίσης συγκλονιστικό μοιρολόι για τις μεγάλες απώλειες της ζωής είναι αυτό:

«Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου
Καρδούλα της καρδιάς μου
Πουλάκι της φτωχιάς αυλής
Ανθέ της ερημιάς μου.

Πού πέταξε τ’ αγόρι μου
Πού πήγε, πού μ’ αφήνει.
Χωρίς πουλάκι το κλουβί
Χωρίς νερό η κρήνη.

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου
Και δε θωρείς που κλαίω
Και δε σαλεύεις δε γρικάς
Τα που πικρά σου λέω».

Ο Διονύσιος Σολωμός έγραψε: «Οποιος πεθαίνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει…»

Κάπως έτσι είναι η Μεγάλη Παρασκευή. Μια ημέρα που από παιδιά μαθαίνουμε ότι είναι το πένθος στο απόγειό  του. Μια ημέρα για εξαγνισμό, για ανάταση της ψυχής, για το μεγάλωμα της ελπίδας ότι η Ανάσταση που έρχεται θα είναι η αρχή για κάτι καλύτερο στη ζωή.

Μηδενίζουμε τη ζωή μας και αρχίζουμε από την αρχή χωρίς να κοιτάμε πίσω.

Και η ζωή συνεχίζεται, με αγώνα, με προσωπικό και συνολικό Γολογθά, αλλά πάντα με τη ζωή παρούσα, κυρίαρχη.

Γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς. Στις δυσκολίες μόνο η αισιοδοξία και ο θρίαμβος της θέλησης φέρνει την Ανάσταση.

Ο πλανήτης, η χώρα μας και ο καθένας προσωπικά εδώ και δύο χρόνια βιώνουμε πρωτόγνωρες συνθήκες. Η πανδημία έχει «σαρώσει» τις ζωές, έχει ανατρέψει το modus vivendi, έχει διαλύσει τις σταθερές μας.

Φοβόμαστε τον ιό, ανησυχούμε για τους γύρω μας, αλλάζουμε πεζοδρόμιο, χάνουμε τις παρέες μας, ξεχνάμε να αγκαλιαστούμε, να φιληθούμε, αποφεύγουμε τις σχέσεις, ζούμε με την ίδια αγωνία για τη ζωή.

Είναι σαν μια διαρκής Μεγάλη Παρασκευή που περιμένει μάταια την Ανάσταση.

Όμως, η ζωή κάνει κύκλους και η Ανάσταση πάντα έρχεται. Άλλοτε αργά, άλλοτε γρηγορότερα, όμως, πάντα έρχεται.

Και η χαρά έρχεται να καλύψει το μοιρολόι της απώλειας.

Το λευκό του ασβέστη με το οποίο λάμπουν τα σπίτια στην επαρχία, έρχεται να σβήσει το μαύρο.

Οι κροτίδες σκάνε και οι καμπάνες βαράνε για το χαρμόσυνο μήνυμα. Οι γιορτές και τα πανηγύρια γίνονται για να φωνάξουν οι άνθρωποι στο θάνατο «δεν θα με νικήσεις».

Δεν είναι, λοιπόν, απλά θρησκεία, δεν είναι πίστη σε κάποιο δόγμα. Είναι η ίδια η ζωή.

«Αρατε πύλας», που λένε και τα ευαγγέλια. Η ζωή θα θριαμβεύσει…