Ενα φασιστικό κράτος

Μια σκηνή

Στη συγκλονιστική του εποποιία «Ζωή και πεπρωμένο», που κατασχέθηκε το 1961 από την KGB ως «αντισοβιετικό» έργο, ο σοβιετικός δημοσιογράφος και συγγραφέας Βασίλι Γκρόσμαν, που είχε καλύψει ως πολεμικός ανταποκριτής τόσες και τόσες μάχες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σκηνοθετεί έναν διάλογο ανάμεσα στον Λις, έναν αξιωματούχο των SS, και τον μπολσεβίκο Μοστόφσκοϊ. «Οταν κοιταζόμαστε», του λέει ο Λις, «δεν κοιτάμε μόνο ένα μισητό πρόσωπο, κοιτάμε σε έναν καθρέφτη. (…) Αν κερδίσετε εσείς, θα πεθάνουμε, όμως θα συνεχίσουμε να ζούμε μέσα στη νίκη σας. Είναι παράδοξο: αν χάσουμε τον πόλεμο, θα τον κερδίσουμε, θα συνεχίσουμε να αναπτυσσόμαστε με άλλη μορφή αλλά διατηρώντας την ουσία μας. (…) Μην έχετε αμφιβολία, εκείνοι που μας κοιτούν με φρίκη θα σας κοιτάξουν κι εσάς με φρίκη».

Ενας ορισμός

«Ο φασισμός είναι μία ιδεολογία και μία πρακτική που διακηρύττει την υπεροχή και την αποκλειστικότητα ενός έθνους ή μιας συγκεκριμένης φυλής και αποσκοπεί στην υποκίνηση της εθνοτικής αδιαλλαξίας, στη δικαιολόγηση της προκατάληψης εις βάρος μελών άλλων λαών, στην άρνηση της δημοκρατίας, στην εγκαθίδρυση της λατρείας του εθνικού ηγέτη, στη χρήση της βίας και του τρόμου για τη σύνθλιψη των πολιτικών αντιπάλων και κάθε μορφής διαφωνίας, στη δικαιολόγηση του πολέμου ως μέσου επίλυσης διακρατικών διαφωνιών». Είναι ο ορισμός που έδωσε το 1995, κατόπιν αιτήματος του προέδρου Γέλτσιν, η επίσημη Ακαδημία των Επιστημών της Ρωσίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ρωσικό πλήγμα με έναν νεκρό και τραυματίες στην πλημμυρισμένη Χερσώνα – Απομακρύνονται με βάρκες οι κάτοικοι

Ενας άνθρωπος

«ΕΣΣΔ, 1954: η χώρα που νίκησε τον φασισμό. Ρωσία, 2022: η χώρα του νικηφόρου φασισμού». Ενα πλακάτ με αυτό το σύνθημα ύψωσε, τέλη Απριλίου του 2022, ο Ολεγκ Ορλόφ μπροστά στις εξέδρες που είχαν στηθεί κάτω από τα τείχη του Κρεμλίνου για τον εορτασμό της «νίκης επί του φασισμού» τον Μάιο του 1945. Δεν ήταν η πρώτη φορά που διαμαρτυρόταν με αυτόν τον τρόπο στην Κόκκινη Πλατεία. «Η άρνησή μας να μάθουμε την αλήθεια και η σιωπή μας μάς καθιστούν συνένοχους εγκλημάτων», έγραφε το πλακάτ που είχε υψώσει λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Συνολικά, από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, ήταν η πέμπτη φορά που τον συλλάμβαναν. Κι αυτοί είναι μόνο κάποιοι πρόσφατοι σταθμοί μιας ολόκληρης ζωής αφιερωμένης στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν ο Ορλόφ έφτιαχνε μόνος, με τη βοήθεια ενός αυτοσχέδιου πολύγραφου, αφίσες κατά του πολέμου στο Αφγανιστάν ή κατά του στρατιωτικού νόμου στην Πολωνία. Ανθρωπος θαρραλέος, ακαταπόνητος, ήταν ένας από τους ιδρυτές, το 1989, της Memorial – της οργάνωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα που διαλύθηκε με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ρωσίας τον Δεκέμβριο του 2021 και τιμήθηκε δέκα μήνες αργότερα με Νομπέλ Ειρήνης.

Στις 21 Μαρτίου, ο Ολεγκ Ορλόφ, μαζί με οκτώ ακόμη μέλη της Memorial, ανακρίθηκε από τις ρωσικές Αρχές με την υποψία της «αποκατάστασης του ναζισμού». Την ίδια ημέρα, του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για «κατ΄ επανάληψη απαξίωση του ρωσικού στρατού», πρωτίστως με βάση τη δημοσίευση, στα γαλλικά, στον ιστότοπο Mediapart, άρθρου γνώμης όπου χαρακτηρίζει τη Ρωσία φασιστικό κράτος. Οι ανακριτές προφανώς δεν αντιλήφθηκαν την αντίφαση ανάμεσα στις δύο κατηγορίες. Η κατάληξη του Ορλόφ ήταν ήδη βέβαιη πριν καν ξεκινήσει, χθες, η δίκη του: τα γκουλάγκ του Πούτιν, παρέα με τον Αλεξέι Ναβάλνι, τον Βλαντίμιρ Κάρα – Μούρζα, τον Ιλία Γιασίν και τόσους άλλους ρώσους αντιφρονούντες.

Από πού πηγάζει αυτό το πείσμα ορισμένων Ρώσων, που προτιμούν να σαπίσουν μέσα στα μπουντρούμια του καθεστώτος παρά να φύγουν, ενώ, συχνά, οι Αρχές τούς δίνουν κάθε ευκαιρία, τους ενθαρρύνουν ακόμη ακόμη; Δύσκολη η απάντηση, γράφει στη «Le Monde» ο Γαλλοαμερικανός Τζόναθαν Λίτελ, ο συγγραφέας του σκληρού όσο και εξαιρετικού βιβλίου «Ευμενίδες» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, μτφ. Αγγελος Φιλιππάτος). Ενα κομμάτι της αποτελεί αναμφισβήτητα ένας βαθιά ριζωμένος πατριωτισμός, το εντελώς αντίθετο του παραστρατημένου πατριωτισμού που αποτύπωνε εκείνο το παλιό σύνθημα πάνω σε τεθωρακισμένα στην Τσετσενία: «Ακόμα και αν έχει άδικο, σε κάθε περίπτωση είναι η πατρίδα».

«Ανθρωποι όπως ο Ορλόφ μάχονται για αυτό που η χώρα τους θα έπρεπε να είναι. Αναγνωρίζουν πως εναπόκειται σε αυτούς, τους Ρώσους, και σε κανέναν άλλο, να τη μετασχηματίσουν, να την καθαρίσουν από τον φασιστικό ιό ώστε να γίνει ελεύθερη και δημοκρατική. Και με μία απολύτως ρωσική λογική θεωρούν – καλώς ή κακώς – πως αυτή τη μάχη δεν μπορούν να τη δώσουν λιποτακτώντας και πως αν κάποιοι πρέπει να φυλακιστούν, ή και να πεθάνουν, είναι το τίμημα που πρέπει να καταβάλουν για την ελευθερία του συνόλου. Κι επίσης, για να αποδείξουν στον υπόλοιπο κόσμο πως τα εγκλήματα στην Ουκρανία, όπως και στην Τσετσενία, στη Συρία και αλλού, δεν διαπράττονται από «τους Ρώσους» αλλά από συγκεκριμένους Ρώσους, το φασιστικό καθεστώς που κατέλαβε την εξουσία και τα πλούτη της χώρας και εκείνα τα εκατομμύρια που το ακολουθούν, από μίσος για τον άλλο, από απληστία, από βλακεία, από τεμπελιά, από φόβο».

Αλήθεια, με το χέρι στην καρδιά, έχει κανείς ακόμη αμφιβολίες για το ποιος ευθύνεται για την καταστροφή του φράγματος της Νόβα Καχόβκα στην Ουκρανία;